Στις 6 Αυγούστου 1832 ο Alphonse de Lamartine προερχόμενος από τη Μάλτα και στην αρχή ενός μεγάλου του ταξιδιού στην Ανατολή αντικρίζει για πρώτη φορά τις ελληνικές ακτές[1]: «Η βροντή ξεσπάει και, μαζί μ’ αυτήν, πετάγονται οι αστραπές ενώ ένας δυνατός νοτιοανατολικός άνεμος κουβαλάει μαζί του τη ψύχρα και την υγρασία των δικών μας βροχερών φθινοπωριάτικων ανέμων. Μας βγάζει μεμιάς απ’ την ευθεία για να μας πετάξει ανάμεσα στο ακρωτήρι του Ματαπά και το νησί των Κυθήρων απ’ όπου και μας σπρώχνει πολύ κοντά στην ακτή του Ναυαρίνου. Αυτή την ακτή την οποία ξεχωρίσαμε από τα δύο νησιά που βρίσκονται στην είσοδο του λιμανιού και απ’ το πανέμορφο βουνό, με τους δύο λόφους που το καλύπτουν από τη μεριά της Ανατολής. Εκεί είναι που αντήχησε λίγο καιρό πριν το κανόνι της Ευρώπης και καλούσε την Ελλάδα να ξαναγεννηθεί, αν πράγματι το ήθελε· η Ελλάδα όμως σήμερα, ελεύθερη από τους δυνάστες της, παραμένει υπόδουλη της ίδιας της μανίας της. Έκανε να χυθεί το αίμα ενός γενναίου ανθρώπου, του Καποδίστρια, που είχε αφιερώσει τη ζωή του στην ελληνική υπόθεση. Η δολοφονία ενός δικαίου, από τους πρώτους πολίτες της, εγκαινιάζει με άσχημο τρόπο μια εποχή ανάστασης και αρετής. Είναι θλιβερό, η πρώτη σκέψη στο νου κάποιου ταξιδιώτη, ο οποίος είχε έρθει να υποκλιθεί μπροστά στη γη της δόξας και της αρχαίας αρετής, να είναι η σκέψη ενός φοβερού εγκλήματος».
Ο Λαμαρτίνος θεωρεί πως η Ελλάδα ανταποκρίθηκε στο φιλελεύθερο κάλεσμα της Ευρώπης και πέτυχε να ελευθερωθεί από τον Τούρκο δυνάστη, δεν κατόρθωσε όμως να απελευθερωθεί από τη μανία της, συνηθέστατη στην αρχαιότητα, αλλά και στη διάρκεια του πρόσφατου (τότε) Αγώνα, να στρέφεται ενίοτε και εναντίον του ίδιου της του εαυτού, δολοφονώντας τα καλύτερα παιδιά της. Ο Καποδίστριας, πραγματικά γενναίος, ανέλαβε τις τύχες του έθνους την πιο κρίσιμη στιγμή, την ώρα που αποφασίζονταν τα όρια του νέου κράτους και η πολιτική του υπόσταση. Και όμως οι πολίτες αυτής της χώρας λίγο μετά, αφού είχε δρομολογήσει τη διαδικασία της πλήρους ανεξαρτησίας, αποφάσισαν πως δεν τον χρειάζονταν και τον εξόντωσαν, χωρίς να σκεφτούν τίποτε άλλο. Και συμπεραίνει ο Γάλλος ποιητής και συγγραφέας πως δεν μπορεί τα πρώτα βήματα στο φως της ελευθερίας ενός λαού να γίνονται στη σκιά της δολοφονίας ενός πραγματικά σπουδαίου ανθρώπου.
Ο Λαμαρτίνος, ένα σχεδόν χρόνο μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, επισημαίνει κάτι που ούτε οι Έλληνες εκείνης της εποχής μπόρεσαν να κατανοήσουν τη σημασία του, αλλά ούτε και οι μεταγενέστεροι μελετητές της παρουσίας και δράσης του στην Ελλάδα επιδίωξαν να αναδείξουν: τις πραγματικές συνέπειες στην πορεία του νεοπαγούς ελληνικού κράτους της δολοφονίας του Κυβερνήτη. Συνήθως, οι περισσότεροι στέκονται στην κριτική-θετική ή αρνητική-της διακυβέρνησής του, στην αδυναμία του να κατανοήσει τα βαθιά δημοκρατικά συναισθήματα του ελληνικού λαού, στην εμμονή του στη σημασία το ρωσικού παράγοντα στο ελληνικό ζήτημα και στην υπόγεια σύγκρουσή του με την Αγγλία και τη Γαλλία. Μερικές φορές θεωρούν ως πλέον σημαντική επίπτωση της δολοφονίας του την έλευση του Όθωνα και των Βαυαρών, δείχνοντας να αγνοούν ότι οι Προστάτιδες Δυνάμεις είχαν ήδη αποφασίσει για την εγκαθίδρυση μοναρχικού πολιτεύματος στη χώρα (ο Καποδίστριας, εάν δεν εδολοφονείτο, προφανώς και θα ήταν ο μοναδικός Έλληνας που δεν θα μπορούσε καμιά Αντιβασιλεία και κανένας Όθωνας να βάλει στο περιθώριο) · κανείς, όμως, δεν στέκεται με γενναιότητα μπροστά στο ίδιο το γεγονός της δολοφονίας του, αλλά και απέναντι σ’ ότι προηγήθηκε και δημιούργησε ένα «ηθικο-πολιτικό» πλαίσιο που ξεδιάντροπα δικαιολόγησε και στη συνέχεια, θριαμβολόγησε με τον βίαιο και άδικο θάνατό του. Ένα «ηθικο-πολιτικό πλαίσιο» που το έχουμε δει να εμφανίζεται και σ’ άλλες στιγμές της σύγχρονης ιστορίας μας με τραγικά αποτελέσματα για τη χώρα (εμφύλιες συγκρούσεις, εγχώρια τρομοκρατία κ.α.)
Τελικά, το ελληνικό κράτος θεμελιώθηκε, αν πιστέψουμε στα λόγια του Λαμαρτίνου, πάνω στο αίμα ενός Δίκαιου. Ίσως για αυτό, παρά τις αδιαμφισβήτητες ικανότητες του ελληνικού λαού, παρά τις τεράστιες επιτυχίες του που οδήγησαν στην εδαφική επέκταση της Ελλάδος, παρά την οικονομική του ανάπτυξη, πάντα συμβαίνει κάτι που σταματάει απότομα αυτή την προοδευτική διαδικασία και μας ρίχνει σε μια κατάσταση εσωστρέφειας και υποχώρησης. Ο μόνος τρόπος για να αλλάξει αυτό είναι η νηφαλιότητα και η μετριοπάθεια να είναι οδηγοί στις σχέσεις των πολιτών μεταξύ τους, στις σχέσεις πολιτείας και πολιτών, όποιες και αν είναι οι διαφορές τους. Μόνο έτσι το αίμα του Δίκαιου του Λαμαρτίνου, αλλά και κάθε δίκαιου που αγάπησε και πόνεσε αυτόν τον τόπο, με τον δικό του τρόπο πολλές φορές, θα γίνει πολύτιμο φυλακτό και οδηγός για περαιτέρω πρόοδο και ευημερία της Ελλάδος.
[1]Alphonse de Lamartine, Οδοιπορικό ψυχής, από την Καρχηδόνα και την Μάλτα στο Λίβανο και τους Αγίους Τόπους [επιλογή από το Voyage en Orient], μετάφραση Πωλίνα Πεφάνη, εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 2002
Add comment
Comments