ΟΙ ΕΡΟΥΛΟΙ, ΟΙ ΒΑΝΔΑΛΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ

Published on 19 January 2026 at 12:19

Στις 18 Οκτωβρίου 1838,  παρουσία του βασιλικού ζεύγους Όθωνα και Αμαλίας,  πραγματοποιήθηκε στο Μεσολόγγι η τελετή του ενταφιασμού των λειψάνων του Μάρκου Μπότσαρη και τα εγκαίνια του Τύμβου των Ηρώων.  Πάνω στον τάφο του Μπότσαρη τοποθετήθηκε η «Ελληνοπούλα» (Mausolée de Markos Botzaris) του Γάλλου γλύπτη PierreJean David d’ Angers (1788 - 1856).

Όταν το γλυπτό εκτέθηκε για πρώτη φορά, το 1827, σε έκθεση των Παρισίων, προκάλεσε το γενικό θαυμασμό. Αργότερα, το 1834,  ο Έλληνας λόγιος Μ.Σχινάς γνώρισε τον Γάλλο γλύπτη και πρότεινε στην ελληνική κυβέρνηση  να γίνει το μνημείο αυτό ελληνικό και να διακοσμήσει, σε ένα νέο ενταφιασμό των οστών του, το μνήμα του Μάρκου Μπότσαρη στο Μεσολόγγι. Μετά την αναφορά του λόγιου Μ.Σχινά η Ελλάδα εκδήλωσε  ενδιαφέρον για το γλυπτό, αφού και ο ίδιος ο γλύπτης   της «Ελληνοπούλας», ή και αλλιώς ονομαζόμενης «Κόρης του Μπότσαρη», είχε εκφράσει την επιθυμία να προσφέρει το γλυπτό ως δώρο στην Ελλάδα. Η επιθυμία του αυτή έγινε  τελικά πραγματικότητα. Τον Ιανουάριο του 1835, το γλυπτό μεταφέρθηκε  στο Μεσολόγγι. Στις 30 Σεπτεμβρίου 1838 ο Γραμματέας των Εσωτερικών Γ. Γλαράκης ανέφερε την ολοκλήρωση  των σχετικών εργασιών και έτσι τον  επόμενο μήνα πραγματοποιήθηκαν στο Μεσολόγγι τα εγκαίνια.  

Το έργο υπέστη μετά την τοποθέτησή του βανδαλισμό, τουλάχιστον δύο φορές, η μία ήταν πριν από το 1853, έτος που ήλθε στην Ελλάδα ως αυτοεξόριστος ο Γάλλος δημιουργός του και μια στα τέλη του 1862. 

Όταν  ο γλύπτης επισκέφτηκε το Μεσολόγγι ένιωσε βαθιά απογοήτευση για την καταστροφή που αντίκρισε, όπως αναφέρει ο Α.Ραγκαβής στα Απομνημονεύματά του: «Τότε δε ήδη είχον ψυχρανθή οπωσούν και τα προς την Ελλάδα αισθήματά του, και βαρβάρους εκακολόγει τους Έλληνας, διότι παιδία , ως φαίνεται, είχον βλάψει το μνημείον ο αυτός είχεν άλλοτε γλύψει και πέμψει εις Μεσολόγγιον δια τον Βύρωνα (sic, αντί του ορθού Μπότσαρη)».

Άλλη φορά κατά την οποία το έργο βανδαλίστηκε ήταν κατά την περίοδο της έξωσης του Όθωνα (1862). Τότε επειδή ο γιος του ήρωα, ο Δημήτριος Μάρκου Μπότσαρης, είχε τοποθετηθεί υπασπιστής του Όθωνα, μερικοί αντιβασιλικοί στο Μεσολόγγι, για να τον εκδικηθούν,  επέδραμαν κατά του τάφου του νεκρού πατέρα του. Με ασυγκράτητη βιαιότητα τον ανέσκαψαν και σκόρπισαν τα κόκαλά του. Και για να συμπληρώσουν τη βεβήλωσή τους, «τραυμάτισαν» στο πρόσωπο και το γλυπτό που είχε τοποθετηθεί στον τάφο του. Αργότερα το γλυπτό μεταφέρθηκε στο  Παρίσι, όπου αφού οι μαθητές του Angers αποκατέστησαν τις ζημιές, επαναφέρθηκε στην Ελλάδα και τοποθετήθηκε στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αντίγραφό του έργο του γλύπτη Γεωργίου Μπονάνου, τοποθετήθηκε στο μνημείο του Μάρκου Μπότσαρη, το 1915, με χορηγία του Ελευθερίου Βενιζέλου.[1]

Ο ίδιος ο γλύπτης λίγο πριν πεθάνει εκμυστηρεύτηκε σε Άγγλο περιηγητή-δημοσιογράφο την ιστορία του γλυπτού και τα συναισθήματα που ένιωσε, όταν το είδε στο Μεσολόγγι βανδαλισμένο. Στο  περιοδικό ΓΡΑΜΜΑΤΑ της Αλεξανδρείας[2] δημοσιεύτηκε  μετάφραση του άρθρου: «Λίγο καιρό πιο ύστερα ο Ναπολέοντας ο Τρίτος ξόρισε το Δαβίδ από τη Γαλλία. Στις αρχές ο καλλιτέχνης πήγε να μείνει στις Βρυξέλλες, μα είχε τέτοια επιθυμία να ξαναδεί τον τάφο του Μάρκου Μπότσαρη—το πιο καλό του έργο κατά τη γνώμη του — πού αποφάσισε να πάει στην  Ελλάδα. Να τί έγραψε από κει :

 Πολύ πριν αράξει το καράβι κοντά στον τόπο πού πέθανε ο Byron ξεδιάκρινα τον τάφο το στημένο στα πόδια της τάπιας—τον τάφο πού τιμά τον Μπότσαρη και τούς ηρωικούς του συντρόφους. Ξεχώριζε σα μαυράδι στον ορίζοντα και στην κορφή του ολόασπρο έλαμπε σημάδι. Αμέσως το ένοιωσα πώς αυτό ήτανε το άγαλμα τής Ρωμηοπούλας, και καρτέραγα καί καρτέραγα όσο πήγαινε το καράβι και μου φάνηκε σα να ζωντάνευε το άγαλμα και να σίμωνε και κείνο ολοένα. Κάλια να μην είχα πάει πιο κοντά, κάλια να μην είχα βιαστεί να δω την αλήθεια. Η καρδιά μου σκίστηκε και σαν παιδί έκλαψα σαν αντίκρυσα το χαλασμό πού είχε σακατέψει το έργο μου. Σπασμένο ήτανε το χέρι της κοπέλας που έδειχνε του Μπότσαρη τ’ όνομα. Της είχανε κόψει τ’ αυτιά και το πρόσωπό της ήτανε αυλακωμένο από τις μαχαιριές. [….] Ολάκερο το κορμί της ήτανε σημαδεμένο από βόλια και στην πλάτη είχανε μερικοί χαράξει τα ονόματά τους. Κ’ έτσι τελειώνει η καλύτερη δόξα της ζωής μου —το μοντέλο πεσμένο στην ύστερη εξαχρείωση (εργαζόταν σε κακόφημα κέντρα διασκέδασης), το έργο κολοβωμένο αγνώριστα κι αδιόρθωτα, κι ο πλάστης (ο ίδιος ο γλύπτης) στην εξορία».

 

 

[1] Μιχάλης Κ. Τσώλης, Η Ελληνοπούλα στον τάφο του Μάρκου Μπότσαρη,  Περιοδικό ΙΣΤΟΡΙΑ, τεύχος 451/Ιανουάριος 2006  

 

[2] τεύχος 3 , 1911, σελ. 69-71

Add comment

Comments

There are no comments yet.