ΣΚΕΨΕΙΣ ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΙΑ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ

Published on 7 January 2026 at 18:34

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια καταγράφτηκε ως το πρώτο πολιτικό έγκλημα στην ιστορία της νεότερης Ελλάδος, επειδή ο Καποδίστριας ήταν εκλεγμένος από την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, άρα ήταν ο εκλεκτός του ελληνικού λαού παρά την αντιπολίτευση που αντιμετώπιζε·  γιατί διαπράχθηκε όταν πλέον η χώρα βρισκόταν και νομικά στη διαδικασία της πλήρους ανεξαρτησίας και της καθίδρυσης ενός σύγχρονου και ευνομούμενου κράτους·  γιατί ο Καποδίστριας δεν  ήταν απλά μέλος ή μέρος ενός από τους αρκετούς πόλους  εξουσίας, όπως συνέβη με τα θύματα των εμφυλίων, αλλά ήταν ο ίδιος η εξουσία, άρα έμμεσα οι δολοφόνοι στράφηκαν και εναντίον του θεσμού, γνωρίζοντας εκ των προτέρων, ανεξάρτητα εάν ήταν ή όχι αυτό στις προθέσεις  τους,  ότι  η χώρα κινδύνευε  να μείνει ακυβέρνητη·  γιατί από τη δολοφονία του οι αυτουργοί προσδοκούσαν οφέλη όχι μόνο για συγκεκριμένα πρόσωπα- τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη- αλλά και για  ευρύτερες κοινωνικές ομάδες- Μανιάτες, Υδραίους, οπαδούς του συντάγματος κ.α. ·   και τέλος,  γιατί οι επιπτώσεις της αποτρόπαιας πράξης  ήταν καθοριστικές  για τις  εξελίξεις που ακολούθησαν στο νεοπαγές ελληνικό κράτος. 

Είναι, λοιπόν, προφανείς οι λόγοι για τους οποίους η  δολοφονία του Καποδίστρια, ακόμη και αν υπήρξε η τελευταία πράξη  μιας  βεντέτας ανάμεσα στον ίδιο τον Κυβερνήτη  και την ηγέτιδα οικογένεια της Μάνης, είναι η πρώτη πολιτική δολοφονία που διαπράχθηκε στο ελληνικό κράτος.

Μια πολιτική δολοφονία είναι πάντα αποτέλεσμα μια συνωμοσίας, της οποίας  η  έκταση, το βάθος και η μορφή  ποικίλουν. Άρα αυτός που ισχυρίζεται ότι η δολοφονία του Καποδίστρια είναι αποτέλεσμα μιας συνωμοσίας δεν μπορεί να ενταχθεί άκριτα στη λέσχη των συνωμοσιολόγων. Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της άποψής του. Εάν  εμπλέκει πρόσωπα ή θεσμούς ή ξένες δυνάμεις παρερμηνεύοντας τα υπάρχοντα στοιχεία, εάν εφευρίσκει στοιχεία, εάν εμφανώς παραδοξολογεί, εάν  τις όποιες προσωπικές του απόψεις τις έχει αναγάγει στο ύψος  της μόνης αλήθειας και με βάση αυτές ερμηνεύει το γεγονός, τότε χωρίς καμιά αμφιβολία μπορούμε να τον κατατάξουμε στη  λέσχη που προαναφέραμε. Αν όμως δεν συμβαίνει αυτό τότε πρέπει να εξετάσουμε την εκδοχή του.

Στην περίπτωση της δολοφονίας του Καποδίστρια δεν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία να μας οδηγήσουν στο συμπέρασμα της ύπαρξης ευρύτερης συνωμοσίας,  με την εμπλοκή ξένων δυνάμεων και ιδιαίτερα της Γαλλίας, όπως υποστηρίχτηκε λόγω της παρουσίας, στα γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφονία,  του εκπροσώπου της χώρας στο Ναύπλιο Ρουέν-οι δολοφόνοι κατέφυγαν στην κατοικία του-και του διοικητή του ελληνικού τακτικού στρατού Γάλλου στρατηγού Gerard. Οι προσωπικές επιλογές ενός αλλοδαπού υπηκόου, οι συμπάθειες ή αντιπάθειες, οι διαπροσωπικές του σχέσεις δεν συνιστούν από μόνα τους στοιχεία ικανά για να στοιχειοθετήσουν την κατηγορία της εμπλοκής μιας ξένης χώρας στην δολοφονία. Τα δημοσιευμένα αρχεία δεν αφήνουν ούτε υποψία τέτοιας εμπλοκής.

Το ίδιο συμβαίνει και με  την Αγγλία, στην οποία απέδωσαν πολλοί μεταγενέστεροι ιστορικοί την ευθύνη για την δολοφονία. Οι Άγγλοι είναι αλήθεια ότι διατηρούσαν στενές σχέσεις με την αντιπολίτευση στην Ύδρα και η επιρροή τους στις τάξεις της ήταν μεγάλη, η δυνατότητα από την άλλη των αντιπολιτευόμενων που βρίσκονταν στο νησί να επηρεάσουν  τα πράγματα στο Ναύπλιο ήταν σχεδόν μηδενική, λόγω του αποκλεισμού που τους είχε επιβάλλει η κυβέρνηση.          

Πριν από μια τέτοιου είδους  πολιτική δολοφονία  προηγείται   μια κοινωνική αναστάτωση, ευρύτερης ή περιορισμένης έκτασης,  η οποία δημιουργεί με πολλούς και διάφορους τρόπους κλίμα έντασης και αντίθεσης προς την εξουσία, όπως αυτή εκφράζεται από συγκεκριμένο πρόσωπο ή πρόσωπα. Έτσι τα «κακώς κείμενα» αποκτούν ονοματεπώνυμο που δεν είναι άλλο από αυτό του κυβερνήτη και των συνεργατών του. Ο στόχος έχει πλέον καθοριστεί. Στην περίπτωση του Καποδίστρια τέτοιο κλίμα είχε δημιουργηθεί στη χώρα ήδη από τα τέλη του 1830  (Ύδρα, Αίγινα, Μάνη, Μεσσηνία κ.α.).

Σειρά τώρα μετά τον καθορισμό του υπαίτιου της κατάστασης έχει  η προετοιμασία της πράξης, ιδεολογική, ψυχολογική και τεχνική,  την οποία θα  ονομάσουμε περίοδο που εξυφαίνεται η συνωμοσία. Τότε αναλαμβάνουν δράση οι συνωμότες, οι οποίοι ευρισκόμενοι συνήθως υπό την επιρροή ή και  καθοδήγηση  των ιδεολόγων, καταλήγουν στη λήψη της απόφασης για τη δολοφονία.  Στην περίπτωση μας οι ευάλωτοι και ευερέθιστοι Γεώργιος και Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης έρχονται αντιμέτωποι με το γεγονός της σύλληψης του πατέρα και αδελφού Πετρόμπεη και η δίκαιη οργή τους υποδαυλίζεται από τους  τριγύρω «καλοθελητές» Έλληνες και ξένους (η ανάκριση εντόπισε αρκετούς από αυτούς), οι οποίοι τους οδηγούν σε σκέψεις για ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος. Στην ένταση των αντιθέσεων και στη λήψη της τελικής απόφασης  συμβάλλει και η συνεχιζόμενη συμπεριφορά του Κυβερνήτη και των οργάνων του.  Από εκείνο το σημείο και μετά τίποτα δεν σώζει τον Καποδίστρια.

Η τελική φάση του δράματος περιλαμβάνει τη δολοφονία και την κάθαρση.  Οι επίδοξοι δολοφόνοι  δεν θέλουν να κινηθούν στο σκοτάδι, δεν εκφράζουν, σε γνώση τους τουλάχιστον, κάποιες υπόγειες και σκοτεινές δυνάμεις,  αλλά στη συνείδησή τους έχουν ταυτίσει το προσωπικό και οικογενειακό θέμα με το κοινωνικό και εθνικό· σκοτώνουν τον Κυβερνήτη και εκδικούνται αυτόν που τους ντρόπιασε σαν οικογένεια και συγχρόνως απελευθερώνουν το λαό από τον τύραννό του, όπως τους έχουν διαβεβαιώσει.  Η προετοιμασία της δολοφονίας περιορίζεται στην αγορά νέων όπλων, στα γιορτινά  ενδύματα και σε ένα υποτυπώδες σχέδιο δράσης. Είναι σίγουροι, έτσι τους έχουν πείσει οι «καλοθελητές», πως ο λαός είναι μαζί τους, άρα για ποιο λόγο να λάβουν  μέτρα προστασίας και διαφυγής  τους;  Το περίεργο είναι πως και ο στόχος τους, ο Καποδίστριας, κάνει  ανάλογες σκέψεις σχετικά με τον λαό· και αυτός πιστεύει πως ο λαός του είναι πιστός και η αγάπη του προς το  πρόσωπό του είναι η καλύτερη προστασία. Η συνάντησή τους, που δεν θα κρατήσει παραπάνω από λίγα δευτερόλεπτα, στο κατώφλι του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα, θα τους  πείσει με τρόπο οδυνηρά αμετάκλητο ότι και τα δύο μέρη έσφαλαν στις  εκτιμήσεις τους.

Δεκατρία μόλις χρόνια μετά τη δολοφονία του, το 1844, η Α΄  Εθνοσυνέλευση του ελεύθερου πλέον Ελληνισμού, στην οποία μετείχαν οι παλιοί αντίπαλοί του ακόμη και μέλη της οικογένειας Μαυρομιχάλη, αποφάσιζε με ψήφισμά της να αναγερθεί στο Ναύπλιο, με δαπάνες του κράτους, ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια «ως χρέος ιερόν προς την διαίωνισιν του μεγάλου σεβασμού και της εξαιρέτου ευγνωμοσύνης, την οποία οι λαοί της Ελλάδος σώζουσιν εις μνήμην του αοιδίμου ανδρός, ευεργέτου της πατρίδος»!   

Add comment

Comments

There are no comments yet.