Με το 10ο άρθρο της Συνθήκης της Αδριανουπόλεως (2/14 Σεπτεμβρίου 1829), η οποία τερμάτισε τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο, η οθωμανική κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποδεχτεί την Ιουλιανή σύμβαση για την ειρήνευση στην περιοχή (24 Ιουνίου/6 Ιουλίου 1827), καθώς και το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (10/22 Μαρτίου 1829), το οποίο καθόριζε τα σχετικά με την ελληνική αυτονομία. Αλλ' αντί για αυτόνομο ιδρύθηκε τελικά ανεξάρτητο ελληνικό κράτος με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 22 Ιανουαρίου/ 3 Φεβρουαρίου 1830. Με το τελευταίο αυτό πρωτόκολλο, το οποίο υπέγραψαν οι εκπρόσωποι της Μεγάλης Βρετανίας, της Ρωσίας και της Γαλλίας, χαράσσονταν νέα περιορισμένα σύνορα και καθοριζόταν ότι το πολίτευμα θα ήταν πλέον μοναρχικό και κληρονομικό, με ηγεμόνα κυρίαρχο (prince souverain). Με δύο άλλα πρωτόκολλα της ίδιας ημέρας ο ηγεμονικός θρόνος της Ελλάδος προσφερόταν στον Λεοπόλδο του Σαξ Κόμπουργκ, ενώ με το δεύτερο ρυθμιζόταν η θέση στο νέο κράτος της Καθολικής εκκλησίας. Σύντομα ο Λεοπόλδος υπέβαλε στις Δυνάμεις την παραίτησή του από τον ελληνικό θρόνο.
Την τελευταία φάση των πολιτικών και διπλωματικών διεργασιών της περιόδου 1821- 1832 αποτελούν τα όσα ακολούθησαν τον θάνατο του Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια (Σεπτέμβριος 1827). Πιο συγκεκριμένα δύο συνθήκες αποτελούν το επιστέγασμα του επαναστατικού αγώνα: Πρώτη είναι η Συνθήκη του Λονδίνου της 25 Απριλίου/ 7 Μαΐου 1832, με την οποία η Γαλλία, η Ρωσία και η Μεγάλη Βρετανία ενεργούσες με βάση την εξουσιοδότηση που τους έχει παραχωρήσει το ελληνικό έθνος, συμφώνησαν με τον βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο Α΄ τους όρους υπό τους οποίους ο Όθων, ο δευτερότοκος γιος του Λουδοβίκου Α΄, ανακηρύχθηκε βασιλιάς της Ελλάδος. Σύμφωνα με το άρθρο 4 της Συνθήκης " η Ελλάς υπό την κυριαρχίαν του πρίγκιπος Όθωνος της Βαυαρίας και την εγγύηση των τριών αυλών των Δυνάμεων, θα αποτελέσει κράτος μοναρχικόν και ανεξάρτητον" . Δεύτερη είναι η συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 9/21 Ιουλίου 1832 με την οποία ορίστηκαν τα σύνορα του νεαρού βασιλείου. Αυτά άρχιζαν από τον Παγασητικό και κατέληγαν στον Αμβρακικό κόλπο, νοτιότερα της Άρτας. Επίσης, με το ίδιο πρωτόκολλο καθορίστηκαν τα σχετικά με τις αποζημιώσεις προς την Υψηλή Πύλη. Τα σύνορα στην περιοχή της Λαμίας (Ζητούνι) καθορίστηκαν με ακρίβεια με άλλο πρωτόκολλο της 18/30 Αυγούστου 1832.
Οι δύο ακραίες χρονολογίες (3 Σεπτεμβρίου 1843-12 Οκτωβρίου 1862), οι οποίες ορίζουν αυτήν την περίοδο της Πολιτικής Ιστορίας της Νεωτέρας Ελλάδος, δηλώνουν η μεν πρώτη την επανάσταση η οποία οδήγησε στην καθιέρωση των συνταγματικών θεσμών , η δε δεύτερη την αναχώρηση του Όθωνα οριστικά πλέον από την Ελλάδα.
Η Επανάσταση της 3 Σεπτεμβρίου 1843 καθιέρωσε στην Ελλάδα τη Συνταγματική Βασιλεία. Η συγκληθείσα Εθνική Συνέλευση άρχισε τις εργασίες της στις 8 Νοεμβρίου 1843. Στις 18 Μαρτίου 1844 ο Όθων έδωσε τον όρκο του συνταγματικού βασιλιά, το δε Σύνταγμα δημοσιεύθηκε αυθημερόν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Το Σύνταγμα του 1844 υπήρξε συντηρητικό. Η νομοθετική εξουσία ανετίθετο συγχρόνως στον Βασιλιά, την Βουλή και τη Γερουσία, η δε εκτελεστική ανήκε στον Βασιλιά και ενεργείτο δια των υπεύθυνων υπουργών τους οποίους ο ίδιος διόριζε. Στην αρμοδιότητα του ανώτατου άρχοντα υπάγονταν επίσης η ηγεσία του στρατού και του ναυτικού, η κήρυξη πολέμου και η σύναψη συνθηκών ειρήνης, συμμαχίας και εμπορίας. Η Βουλή απαρτιζόταν από βουλευτές , που εκλέγονταν για τρία χρόνια από τους πολίτες που είχαν δικαίωμα ψήφου. Τα μέλη της Γερουσίας, που ήταν μέρος αναπόσπαστο της νομοθετικής εξουσίας, διορίζονταν ισόβια από τον βασιλιά. Η Δικαιοσύνη, η οποία πηγάζει από τον βασιλιά, απονέμεται από τους δικαστές που ο ίδιος ο βασιλιάς διορίζει. Οι πρώτες
εκλογές διεξήχθησαν το θέρος του 1844, και πρώτος κοινοβουλευτικός πρωθυπουργός υπήρξε ο Ιωάννης Κωλέττης (6 Αυγούστου 1844-1 Σεπτεμβρίου 1847).
Τα πρώτα βήματα του κοινοβουλευτισμού στην Ελλάδα υπήρξαν δύσκολα και εξαιτίας της έλλειψης ωριμότητας του λαού και των αντιδράσεων του Όθωνα, άλλα κυρίως εξαιτίας των αντιτιθέμενων ροπών και συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων. Τούτο σαφώς προκύπτει και από τη συγκρότηση των πρώτων κομματικών οργανισμών. Κατά την πρώιμη αυτή περίοδο του κοινοβουλευτικού βίου τρία κόμματα επικρατούν, το Αγγλικό υπό τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, το Γαλλικό υπό τον Ιωάννη Κωλέττη και το Ρωσικό υπό τον Ανδρέα Μεταξά. Οι ρίζες αυτής της κομματικής οργάνωσης βρίσκονται στα κρίσιμα χρόνια της Επαναστάσεως 1825 και 1826 .
Κατά τη χρονική περίοδο από το1843 μέχρι το 1862 υπό την επίδραση των αιτημάτων του εντός και εκτός του Βασιλείου Ελληνισμού και των διεθνών γεγονότων αναπτύσσεται και διαμορφώνεται το εθνικό και πολιτικό πρόγραμμα της Μεγάλης Ιδέας.
Από τα πρώτα του βήματα το Βασίλειο της Ελλάδος στήριξε την εξωτερική και την εσωτερική του πολιτική στη συμπαράσταση των Προστατίδων Δυνάμεων. Αλλ’ ο γενικός αυτός προσανατολισμός πολλές φορές αποδείχθηκε αδύνατος εξαιτίας των Ευρωπαϊκών ανταγωνισμών και των μεταβαλλόμενων σχέσεων, τις οποίες οι Δυνάμεις αυτές διατηρούσαν κάθε φορά με την Τουρκία. Όχι σπάνια οι κρίσεις με τις συμμάχους κυβερνήσεις λάμβαναν μεγάλες διαστάσεις. Έτσι με αφορμή το επεισόδιο με τον ισραηλίτη και Άγγλο υπήκοο Δον ΓΙατσίφικο, οι σχέσεις με την Μεγάλη Βρεττανία διαταράχθηκαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε στις αρχές του 1850 οι υπό τον ναύαρχο Πάρκερ ναυτικές δυνάμεις απέκλεισαν τα ελληνικά παράλια. Τα "Παρκερικά" είχαν πολύ μεγάλη απήχηση και στην ελληνική και στη διεθνή κοινή γνώμη.
Εκτός από τις Τρεις Δυνάμεις η Τουρκία κατείχε σπουδαία θέση στην εξωτερική πολιτική της Ελλάδος. Μόλις την 3 Μαρτίου 1840 συνομολογήθηκε μεταξύ του Όθωνα και του Σουλτάνου συνθήκη φιλίας, εμπορίου και συμμαχίας (συνθήκη, η οποία ουδέποτε επικυρώθηκε). Στη συνεχεία διορίσθηκε πρώτος διπλωματικός αντιπρόσωπος της Τουρκίας στην Ελλάδα, έκτακτος απεσταλμένος και πληρεξούσιος υπουργός, ο ελληνικής καταγωγής Κωνσταντίνος Μουσούρος. Αλλά οι αγαθές σχέσεις διαταράχθηκαν εξαιτίας της λαϊκής αντίδρασης για την Κρητική Επανάσταση του 1841 και την άνοδο στην αρχή του Κωλέττη, τον οποίο αντιμετώπιζε με δυσπιστία η Υ. Πύλη, επειδή τον θεωρούσε φορέα των επεκτατικών σχεδίων του Ελληνισμού. Ο Μουσούρος έγινε το 1847 ήρωας σοβαρότατου διπλωματικού επεισοδίου. Το επεισόδιο του Μουσούρου έλαβε μεγάλες διαστάσεις και όχι μόνο απείλησε μεγαλύτερες επιπλοκές μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος, αλλά και είχε προεκτάσεις στην Ευρωπαϊκή διπλωματία.
Όχι άδικα ο Ιωάννης Κωλέττης θεωρήθηκε φορέας εθνικής πολιτικής. Ας μη λησμονούμε πως στην Εθνική συνέλευση του 1843 (14 Ιανουαρίου 1844) αυτός πρώτος ανέπτυξε τις ιδέες του για την Μεγάλη Ιδέα. Μέγιστος όμως υπέρμαχος της εθνικής ενότητας αποδείχθηκε ο ίδιος ο βασιλιάς Όθων. Ήδη το 1833, λίγους μήνες μετά την άφιξη του στην Ελλάδα, ο νεαρός βασιλιάς επισκέφθηκε τη Σμύρνη, ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα του υπόδουλου ελληνισμού
Η μεγάλη ανατολική και Ευρωπαϊκή κρίση του Κριμαϊκού Πολέμου (1854-1856) έθεσε σε δοκιμασία το απελευθερωτικό πρόγραμμα της Μεγάλης Ιδέας. Ο πόλεμος αυτός προκλήθηκε από την τουρκική πολιτική στο ζήτημα του Παναγίου Τάφου και από την αξίωση του Τσάρου Νικολάου Α΄ όπως αναγνωρισθεί προστάτης των ορθόδοξων πληθυσμών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Κηρύχθηκε αρχικά μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας (η ναυμαχία της Σινώπης συνήφθη στις 18/30 Νοεμβρίου 1853), επεκτάθηκε στη συνέχεια, επειδή η Αγγλία και η Γαλλία τάχθηκαν στο πλευρό των Τούρκων (Μάρτιος 1854). Στη συμμαχία προσχώρησε η Αυστρία (Δεκέμβριος 1854) και το Πεδεμόντιο (Ιανουάριος 1855).
Από την αρχή της ρωσοτουρκικής ρήξης ο Ελληνισμός, και υπόδουλος και ο ελεύθερος, ξεσηκώθηκε. Στο πρόσωπο του τσάρου είδε και πάλι τον προστάτη της απειλούμενης Ορθοδοξίας, τον δε πόλεμο ως την κατάλληλη ευκαιρία για την απελευθέρωση ολόκληρου του Έθνους. Παλαιές προφητείες και επιδιώξεις αναβίωσαν. Ο ίδιος ο Όθων ηγείτο της φιλοπόλεμης πολιτικής. Επαναστατικά κινήματα εξερράγησαν στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Οι Μεγάλες Δυνάμεις επενέβησαν. Την 7/19 Μαρτίου 1854 η Υ. Πύλη απηύθυνε προς την Ελληνική Κυβέρνηση τελεσιγραφική διακοίνωση, με την οποία αξίωνε την ανάκληση των Ελλήνων αξιωματικών, οι οποίοι είχαν προσχωρήσει στο κίνημα της Ηπείρου, μετά δε από τρεις ημέρες διακόπηκαν οι σχέσεις των δύο κρατών.
Ο Κριμαϊκός πόλεμος έβαλε σε δοκιμασία το απελευθερωτικό πρόγραμμα των Ελλήνων, αλλά και το σύστημα των γενικότερων συμμαχιών. Από τις τρεις Προστάτιδες Δυνάμεις η μια αγωνιζόταν εναντίον του προαιώνιου εχθρού, ενώ οι υπόλοιπες δύο εισέρχονταν στη σύρραξη στο πλευρό του τελευταίου. Μπροστά στην επιδεινούμενη κατάσταση στην Ελλάδα η Αγγλία και η Γαλλία θέλοντας να επιβάλλουν την ελληνική ουδετερότητα , κατάλαβαν τον Πειραιά (Μάιος 1854). Ο Όθων αναγκάσθηκε να ακολουθήσει αυστηρή και απόλυτη ουδετερότητα. Νέα κυβέρνηση σχηματίσθηκε υπό την προεδρία του Α.Μαυροκορδάτου. Ο Κριμαϊκός πόλεμος τερματίσθηκε με τη συνθήκη ειρήνης των Παρισίων της 30 Μαρτίου 1856, αλλά η Αγγλογαλλική κατοχή παρατάθηκε μέχρι τον Φεβρουάριο του 1857. Η κατοχή υπήρξε πολλαπλά οδυνηρή, αλλά κατέστη και θανατηφόρα για πολλούς Έλληνες εξαιτίας της επιδημίας χολέρας που ενέσκηψε το θέρος του 1854 στην Αθήνα και τον Πειραιά. Στο μεταξύ οι σχέσεις Ελλάδος και Τουρκίας αποκαταστάθηκαν. Στις 27 Μαΐου 1855 οι δύο χώρες υπέγραψαν την συνθήκη, στην Κάλιντζα, εμπορίας και ναυτιλίας, με την οποία καθιερώθηκαν αμοιβαία όροι ελεύθερης άσκησης του εμπορίου δια ξηράς και δια θαλάσσης υπό τον όρο του «μάλλον ευνοούμενου έθνους».
Αφού τα γεγονότα που ακολούθησαν την έκρηξη του Κριμαϊκού πολέμου αποκάλυψαν με ξεκάθαρο τρόπο τα όρια της πολιτικής που μπορούσε να ασκήσει ο Όθων και το καθεστώς του, ήταν θέμα χρόνου η έξωσή του από τον ελληνικό θρόνο. Κανείς δεν εμπιστευόταν πλέον τον Όθωνα, ο οποίος απεγνωσμένα αναζητούσε τη σωτηρία σε αυλικές κυβερνήσεις, απορρίπτοντας ακόμη και άχροες πολιτικές προσωπικότητες, όπως ο ναύαρχος Κανάρης. Η Επανάσταση του Οκτωβρίου 1862 επέβαλε την πολιτειακή αλλαγή που τόση ανάγκη είχε η χώρα για να μπορέσει να πορευτεί προς τις νέες συνθήκες που διαμορφώνονταν ήδη στο ευρωπαϊκό πολιτικό γίγνεσθαι.